Marvel’s Wolverine – Review

Ο Logan επιστρέφει πιο βίαιος, πιο ευάλωτος και πιο ανθρώπινος

Η Insomniac Games τα τελευταία χρόνια έμαθε στο κοινό πώς πρέπει να μοιάζει και να λειτουργεί ένα superhero game μέσα από τον Spider-Man. Το δύσκολο, λοιπόν, δεν ήταν να επαναλάβει τη συνταγή με έναν διαφορετικό ήρωα, αλλά να την εγκαταλείψει όταν αυτή δεν ταίριαζε στον χαρακτήρα. Ο Logan δεν είναι ο Peter Parker. Δεν έχει την ίδια ιδιοσυγκρασία, δεν αποφεύγει τη σύγκρουση και σίγουρα δεν ενδιαφέρεται να βγει από μια μάχη χωρίς να αφήσει πίσω του μερικά κομμένα άκρα. Ο Wolverine είναι βάρος, οργή, πόνος και μια σχεδόν παράλογη ικανότητα να σηκώνεται κάθε φορά όταν όλα δείχνουν να έχουν τελειώσει.

Αυτό ακριβώς επιχειρεί να μεταφέρει το Marvel’s Wolverine, αφήνοντας πίσω τον ανοιχτό κόσμο των Spider-Man και επιστρέφοντας σε μια πιο γραμμική, συμπυκνωμένη περιπέτεια. Μια περιπέτεια που ταξιδεύει από τον Καναδά μέχρι την Ιαπωνία και το Madripoor, ξετυλίγοντας παράλληλα το παρελθόν ενός χαρακτήρα που δεν μπορεί να θυμηθεί ποιος ήταν, ενώ προσπαθεί να καταλάβει ποιος είναι τώρα.

Το αποτέλεσμα είναι ένα παιχνίδι που δεν είναι αψεγάδιαστο, αλλά γνωρίζει πολύ καλά τι θέλει να είναι. Και όταν αφήνει τον Logan να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα, είναι δύσκολο να μην μείνετε ικανοποιημένοι.

Η ιστορία του Marvel’s Wolverine δεν ξεκινά προσπαθώντας να εξηγήσει για πολλοστή φορά την προέλευση του χαρακτήρα. Αντίθετα, σας τοποθετεί σε έναν κόσμο όπου ο Logan κουβαλά ήδη τις πληγές του, χωρίς όμως να έχει όλες τις απαντήσεις για το παρελθόν του. Ο Nathaniel Essex λειτουργεί ως μια παράξενη πατρική φιγούρα, ενώ ο Logan αποτελεί μέρος μιας διαφορετικής εκδοχής της Team X μαζί με τον Sabretooth και τη Mystique. Την ίδια στιγμή, η Jean Grey βρίσκεται σε μια εντελώς διαφορετική πορεία, έχοντας δίπλα της χαρακτήρες όπως οι Callisto, Leech και Toad και προσπαθώντας να ξεφύγει από τον Bolivar Trask.

Η επιλογή της Insomniac να αφαιρέσει ουσιαστικά τον Charles Xavier από την εξίσωση δημιουργεί έναν κόσμο που μοιάζει γνώριμος, αλλά ποτέ απόλυτα προβλέψιμος. Οι χαρακτήρες που γνωρίζετε από τα comics βρίσκονται εδώ, όμως οι σχέσεις και οι συμμαχίες τους έχουν αναδιαμορφωθεί. Αυτό επιτρέπει στην ιστορία να πατήσει πάνω σε γνώριμο υλικό χωρίς να μοιάζει με απλή μεταφορά όσων έχουμε ήδη δει.

Και η καρδιά της ιστορίας παραμένει ο ίδιος ο Logan. Η απώλεια, το τραύμα, η μνήμη και η σχέση του με τη βία δεν χρησιμοποιούνται απλώς ως background για τις μάχες. Είναι κομμάτι της ταυτότητάς του. Η Insomniac επιλέγει να αποκαλύπτει σταδιακά το παρελθόν του, μέσα από flashbacks, Nightmare Doors, αντικείμενα και μικρότερες στιγμές, αφήνοντας τις απαντήσεις να έρθουν όταν πρέπει.

Σε αυτό του το κομμάτι, το παιχνίδι μπορεί να γίνει πραγματικά δυνατό. Ο Liam McIntyre δίνει στον Logan μια εξαιρετική φωνή και παρουσία, ισορροπώντας ανάμεσα στην αγριότητα, τον σαρκασμό και την ευάλωτη πλευρά ενός -σχεδόν- ανθρώπου που έχει κουραστεί να κουβαλάει τις συνέπειες όσων του συνέβησαν. Οι Troy Baker, Krizia Bajos και Brett Gipson στέκονται επίσης πολύ καλά στους ρόλους τους, με τον Nathaniel Essex, τη Jean Grey και τον Sabretooth να αποκτούν ουσιαστικό χώρο.

Ειδικά η σχέση Logan και Jean λειτουργεί ως ένας από τους πιο ανθρώπινους άξονες της περιπέτειας, ενώ ο Sabretooth προσφέρει ακριβώς τη σωστή δόση έντασης και απρόβλεπτου χάους.

Η αφήγηση δεν είναιι τέλεια. Κάποια κομμάτια της περιπέτειας χάνουν σε ορισμένα σημεία τον ρυθμό της και κάποια από αυτά δεν έχουν το βάρος που θα μπορούσαν να έχουν. Ωστόσο, συνολικά πρόκειται για μία από τις πιο ενδιαφέρουσες εκδοχές του Logan που έχουμε δει σε παιχνίδι.

Αν η ιστορία είναι η καρδιά του Wolverine, το combat είναι το σώμα του

Η Insomniac δεν προσπάθησε να κάνει τον Logan έναν δεύτερο Spider-Man. Το combat είναι πολύ πιο άμεσο, βαρύ και βίαιο. Ο Logan δεν αποφεύγει απλώς τις επιθέσεις. Μπαίνει μέσα στη μάχη, δέχεται χτυπήματα, θεραπεύεται και συνεχίζει.

Οι επιθέσεις, τα parries, τα dodges και τα kills γεμίζουν το Rage meter, το οποίο αποτελεί ίσως τον πιο πετυχημένο μηχανισμό ολόκληρου του παιχνιδιού. Όταν ο Logan περνά σε Rage state, η αίσθηση αλλάζει. Η οθόνη χάνει μέρος του χρώματός της και ο αινιγματικός πρωταγωνιστής μετατρέπεται για λίγο στην ασταμάτητη μηχανή καταστροφής που περιμένεις από τον Wolverine.

Οι εκτελέσεις είναι βίαιες χωρίς να προσπαθούν να κρυφτούν πίσω από υπαινιγμούς. Άκρα κόβονται, σώματα διαλύονται, εχθροί καρφώνονται πάνω σε αντικείμενα που βρίσκονται στο περιβάλλον και ο Logan μπορεί να μεταπηδά από τον έναν αντίπαλο στον άλλο, συνεχίζοντας την επίθεση με μια σχεδόν ζωώδη ορμή και ροή.

Ωστόσο, αν αυτό είναι κάτι που δεν σας αρέσει, υπάρχει επιλογή για περιορισμό της απεικόνισης του gore, για όσους δεν θέλουν η κάθε μάχη να καταλήγει σε λουτρό αίματος.

Το Rage system δεν είναι απλώς ένας ακόμη μετρητής. Είναι ο μηχανισμός αυτός που δίνει ταυτότητα στο combat. Η δεύτερη βαθμίδα μπορεί να σώσει τον Logan από βέβαιο θάνατο, αξιοποιώντας το healing factor του, ενώ η ανώτερη τον μετατρέπει σε πραγματικό berserker, επιτρέποντας αλυσιδωτές εκτελέσεις και καταστροφικές επιθέσεις.

Το πρόβλημα είναι ότι ακριβώς αυτή η υψηλότερη  βαθμίδα κρατάει λίγο. Όταν το Rage φτάνει στο αποκορύφωμά του, η αίσθηση είναι απολαυστική, αλλά πριν προλάβετε να την νιώσετε πραγματικά, επιστρέφετε στο κανονικό moveset.

Το σύστημα μάχης είναι εξαιρετικά διασκεδαστικό, αλλά όχι εξίσου βαθύ.

Και εδώ εμφανίζεται η μεγαλύτερη αδυναμία του combat. Υπάρχουν ειδικές τεχνικές, cooldown abilities, parries, dodges και διάφορα Adaptations που ενισχύουν συγκεκριμένες ικανότητες. Μπορείτε να έχετε τέσσερις ειδικές κινήσεις ενεργές κάθε φορά, ενώ η πρόοδος προσθέτει σταδιακά νέες επιλογές.

Το βασικό πρόβλημα ωστόσο είναι ότι ο πυρήνας του συστήματος μάχης παραμένει σχετικά περιορισμένος. Ακόμη και αφού ξεκλειδώσετε μεγάλο μέρος των ικανοτήτων, είναι εύκολο να επιστρέψετε στις ίδιες αποτελεσματικές κινήσεις. Η κατάσταση γίνεται πιο εμφανής απέναντι στους πιο ανθεκτικούς εχθρούς και ορισμένα mini-bosses, όπου το parry, το stagger και η επανάληψη επιθέσεων μπορούν να δημιουργήσουν μια αίσθηση ρουτίνας.

Τα boss fights βελτιώνονται όσο προχωρά η περιπέτεια και ορισμένες αναμετρήσεις είναι πραγματικά δυνατές, όμως δεν έχουν όλες την ίδια έμπνευση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η μάχη αποτυγχάνει εντελώς. Το αντίθετο. Είναι τόσο καλοστημένο στο επίπεδο της αίσθησης και της κίνησης, ώστε ακόμα και όταν επαναλαμβάνετε τα ίδια πράγματα, παραμένει απολαυστικό. Απλώς η Insomniac θα μπορούσε να είχε πάει ένα βήμα παραπέρα σε βάθος, εχθρούς και combat scenarios.

Οι συνεργατικές επιθέσεις με χαρακτήρες όπως η Jean Grey και ο Sabretooth, προσφέρουν μερικές από τις πιο θεαματικές στιγμές του παιχνιδιού. Είναι αυτές οι μικρές εκρήξεις που θυμίζουν γιατί η συγκεκριμένη ομάδα είναι τόσο διασκεδαστική όταν λειτουργεί μαζί.

Η σημαντικότερη σχεδιαστική απόφαση της Insomniac ήταν να αφαιρέσει σχεδόν ολοκληρωτικά τον ανοιχτό κόσμο. Και είναι μια απόφαση που, σε γενικές γραμμές, λειτουργεί και ταιριάζει με τη φιλοσοφία και τον χαρακτήρα του τίτλου.

Το Marvel’s Wolverine θυμίζει περισσότερο Uncharted παρά Spider-Man.

Η δράση μετακινείται από περιοχή σε περιοχή, με τον Καναδά, το Madripoor και την Ιαπωνία να προσφέρουν διαφορετικό σκηνικό και ατμόσφαιρα. Το Tokyo ξεχωρίζει ιδιαίτερα, με δρόμους, στενά και το Kabukicho να δείχνουν τι μπορεί να κάνει η Insomniac όταν της δίνεται ένας συγκεκριμένος χώρος για να δουλέψει.

Η γραμμικότητα βοηθά την αφήγηση να παραμένει συγκεντρωμένη και αποφεύγει το συνηθισμένο πρόβλημα των open-world superhero games, όπου η βασική ιστορία μπορεί να χαθεί μέσα σε δεκάδες παράπλευρες δραστηριότητες.

Από την άλλη, η Insomniac μερικές φορές το παρακάνει. Υπάρχουν τμήματα που μοιάζουν περισσότερο με διάδρομο ανάμεσα σε δύο μάχες παρά με πραγματικό χώρο παιχνιδιού. Οι επιφάνειες που μπορείτε να χρησιμοποιήσετε είναι συγκεκριμένες, η εξερεύνηση είναι περιορισμένη και η πορεία σας συχνά είναι ξεκάθαρα προκαθορισμένη. Το platforming είναι αρκετά αυτοματοποιημένο, ενώ τα slow-walking κομμάτια μπορούν να διακόψουν απότομα τον ρυθμό.

Το ίδιο ισχύει και για ορισμένα κομμάτια όπου υπάρχει χρήση μοτοσυκλέτας. Υπάρχουν εντυπωσιακές καταδιώξεις, αλλά ο χειρισμός και η on-rails λογική τους δεν βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο με το υπόλοιπο παιχνίδι.

Και όμως, αυτή η old-school προσέγγιση έχει κάτι ενδιαφέρον. Το παιχνίδι ξέρει πότε θέλει να προχωρήσει και πότε να σας δώσει μια ανάσα. Δεν προσπαθεί να σας κρατήσει για αμέτρητες ώρες επειδή μπορεί.

Το πιο ενδιαφέρον optional περιεχόμενο έρχεται μέσα από τα Nightmare Doors. Οι συγκεκριμένες πύλες οδηγούν σε μικρές δοκιμασίες μάχης και traversal, οι οποίες συνδέονται με αναμνήσεις του Logan. Παράλληλα, σας προσφέρουν Adaptation points και προσθέτουν κομμάτια στο παρελθόν του.

Είναι ένα καλό παράδειγμα του πώς το παιχνίδι μπορεί να συνδυάσει gameplay και αφήγηση χωρίς να σας πετάξει απλώς ένα ακόμη collectible.

Υπάρχουν επίσης Whiskey Bottles και Mechanical Parts, τα οποία χρησιμοποιούνται για upgrades και στολές. Οι στολές του Logan είναι καλοδεχούμενες και αρκετά διαφορικές και η δημιουργία τους μπορεί να προσφέρει και μικρά gameplay οφέλη, όπως αυξηση της μέγιστης ενέργειας του χαρακτήρα.

Το stealth λειτουργεί διεκπεραιωτικά ως εναλλακτική προσέγγιση. Ο Logan μπορεί να χρησιμοποιήσει τις αισθήσεις του για να εντοπίσει αντιπάλους και να πραγματοποιήσει stealth takedowns, χωρίς να υπάρχουν συγκεκριμένα σημεία που να απαιτούν μόνο stealth, που θα σας τιμωρήσουν αν αποκαλυφθείτε.

Δεν είναι όμως ένα βαθύ stealth σύστημα. Όπως και το tracking με τον Logan να εντοπίζει τους αντιπάλους του από τη μυρωδιά τους, λειτουργεί περισσότερο ως συμπληρωματικό στοιχείο παρά ως δεύτερος πυλώνας του gameplay.

Σε τεχνικό επίπεδο, το Marvel’s Wolverine είναι ακριβώς αυτό που περιμένετε από την Insomniac

Τα μοντέλα χαρακτήρων, τα animations, οι φωτισμοί και οι μάχες δημιουργούν μια εντυπωσιακή εικόνα, ενώ τα facia animations και το motion capture βρίσκονται για ακόμα μια φορά σε πολύ υψηλό επίπεδο.

Στο PS5 Pro, οι επιλογές Performance Pro και Fidelity Pro αξιοποιούν ακόμη περισσότερο το hardware, ενώ και στο βασικό PS5 το παιχνίδι καταφέρνει να δείχνει και να τρέχει εξαιρετικά. Το σημαντικότερο είναι ότι η εικόνα δεν καταρρέει όταν η δράση γεμίζει την οθόνη με εχθρούς, αίμα και εφέ.

Το DualSense προσφέρει καλή χρήση της απτικής ανάδρασης και μεταφέρει τα χτυπήματα, τα βήματα και άλλες λεπτομέρειες στο χειριστήριο. Δεν φτάνει πάντα τις πιο εντυπωσιακές υλοποιήσεις της Sony, αλλά είναι ουσιαστικό μέρος της εμπειρίας. Η συνολική παρουσίαση είναι υψηλού επιπέδου. Μπορεί ορισμένα περιβάλλοντα να μην έχουν πάντα την ίδια λεπτομέρεια ή ζωντάνια, όμως δύσκολα θα αμφισβητήσετε την τεχνική αρτιότητα της παραγωγής.

Το Marvel’s Wolverine πετυχαίνει στο πιο σημαντικό του στοίχημα: σας κάνει να νιώσετε σαν Wolverine. Αλλά ίσως εμβαθύνει  και επικεντρώνεται περισσότερο από όσο πρέπει σε αυτό το κομμάτι.

Δεν είναι ο Spider-Man με νύχια και φαβορίτες. Δεν προσπαθεί να σας δώσει έναν τεράστιο κόσμο για να περιπλανηθείτε, ούτε να γεμίσει τον χάρτη με δραστηριότητες. Είναι μια γραμμική, βίαιη και κινηματογραφική περιπέτεια που θέλει να σας οδηγήσει από τη μία μάχη στην άλλη, ενώ παράλληλα ξετυλίγει μια προσωπική ιστορία για την απώλεια, την ταυτότητα και το τραύμα.

Η ιστορία είναι πιθανότατα το μεγαλύτερο πλεονέκτημά του, ειδικά χάρη στις σχέσεις του Logan με τη Jean, τον Sabretooth, τη Mystique και τον Nathaniel Essex. Ο Liam McIntyre δίνει στον ήρωα πραγματική ψυχή και αποδεικνύει ότι αυτή η εκδοχή του Wolverine μπορεί να σταθεί από μόνη της.

Το combat, από την άλλη, είναι ταυτόχρονα η μεγαλύτερη δύναμη και η μεγαλύτερη αδυναμία του παιχνιδιού

Είναι βίαιο, γρήγορο και απίστευτα ικανοποιητικό, αλλά θα θέλαμε μεγαλύτερο βάθος, περισσότερη ποικιλία εχθρών, καλύτερα και πιο εμπνευσμένα boss fights και περισσότερους τρόπους για να αξιοποιήσουμε το moveset που έχουμε στη διάθεσή μας. Το Rage είναι εξαιρετικό ως ιδέα, όμως η τελική του βαθμίδα τελειώνει σχεδόν πριν προλάβετε να τη χαρείτε.

Και η γραμμικότητα; Είναι μια επιλογή που τελικά εκτιμάται περισσότερο απ’ όσο ενοχλεί. Το πρόβλημα δεν είναι ότι το παιχνίδι είναι γραμμικό. Το πρόβλημα είναι ότι σε ορισμένα σημεία η γραμμικότητα γίνεται υπερβολικά εμφανής.

Παρά τις αδυναμίες του, όμως, το Marvel’s Wolverine έχει χαρακτήρα. Δεν προσπαθεί να γίνει μεγαλύτερο από όσο χρειάζεται και δεν φοβάται να είναι ένα παιχνίδι που ξέρει ακριβώς ποιος είναι ο ήρωάς του.

Η Insomniac πήρε έναν χαρακτήρα που έχει μάθει να λύνει τα προβλήματά του με τα νύχια και του έδωσε μια περιπέτεια που κάνει περίπου το ίδιο. Δεν είναι το νέο σημείο αναφοράς του είδους και δεν φτάνει σε κάθε τομέα το επίπεδο των κορυφαίων cinematic action games. Είναι όμως μια εξαιρετικά καλοφτιαγμένη, βίαιη και συναισθηματική περιπέτεια που καταλαβαίνει τον Wolverine πολύ καλύτερα απ’ όσο θα περίμενε κανείς. Και τελικά, ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο κομπλιμέντο που μπορεί να δοθεί στο τίτλο της Insomniac.

TL;DR: Το Marvel’s Wolverine είναι μια καλοδουλεμένη επιστροφή σε ένα πιο γραμμικό superhero action design, με κορυφαία παρουσίαση, ενδιαφέρουσα ιστορία και ένα από τα πιο απολαυστικά και βίαια combat systems που έχουμε δει από την Insomniac. Ο Liam McIntyre δίνει στον Logan πραγματική ψυχή, ενώ η σχέση του με τη Jean Grey, τον Sabretooth και τους υπόλοιπους χαρακτήρες προσφέρει στην περιπέτεια συναισθηματικό βάρος. Το περιορισμένο moveset, η επανάληψη στις μάχες, η υπερβολική γραμμικότητα και ορισμένα αδύναμα set pieces το κρατούν μακριά από την τελειότητα ωστόσο. Όταν όμως τα νύχια βγαίνουν και ο μετρητής του Rage γεμίζει, δύσκολα θα θέλετε να σταματήσετε.

Βαθμός: 4/5

Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 15 Σεπτεμβριου

Πλατφόρμες: PlayStation 5

Website: https://www.playstation.com/en-gr/games/marvels-wolverine/

Ευχαριστούμε το PlayStation Greece για την παροχή του τίτλου.

Μοιράσου με έναν φίλο σου